Τετάρτη, 7 Ιουνίου 2017

Αποτέλεσμα διαγραφών η μείωση των "κόκκινων" δανείων το α' τρίμηνο

Περαιτέρω μείωση των "κόκκινων" δανείων τους, η οποία όμως είναι κυρίως αποτέλεσμα των διαγραφών δανείων, πέτυχαν οι τράπεζες στο α΄ τρίμηνο 2017. Το ύψος των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (ΜΕΑ) μειώθηκε κατά 1,1% συγκριτικά με το τέλος του Δεκεμβρίου του 2016, αγγίζοντας τα 105,1 δισ. ευρώ ή το 45,2% των συνολικών ανοιγμάτων.
Σε σχέση με το Μάρτιο του 2016, όπου τα ΜΕΑ έφθασαν στο υψηλότερο επίπεδο, παρατηρείται μείωση κατά 3,3% ή 3,5 δισ. ευρώ. Όπως αναφέρεται στην έκθεση της ΤτΕ για τους επιχειρησιακούς στόχους των τραπεζών που δημοσιεύθηκε σήμερα, παρά την ακόμη ισχυρή ροή νέων ΜΕΑ, ειδικότερα για τους πρώτους δύο μήνες του τρέχοντος έτους, οι τράπεζες κατάφεραν να τα μειώσουν περαιτέρω, κυρίως λόγω των εκτεταμένων διαγραφών δανείων που ανήλθαν σε €1,3 δισεκ. για το πρώτο τρίμηνο. 

Ο τριμηνιαίος δείκτης αθέτησης (default rate) παρουσίασε περαιτέρω επιβράδυνση, παραμένοντας όμως σε επίπεδα άνω του 2% και υψηλότερος από το ρυθμό αποκατάστασης της τακτικής εξυπηρέτησης δανείων (cure rate). Η διαφορά ανάμεσα στο ρυθμό αθέτησης και στο ρυθμό αποκατάστασης είναι υψηλότερη στο επιχειρηματικό και το καταναλωτικό χαρτοφυλάκιο. 
Σε αντίθεση με την τάση που παρατηρήθηκε στα προηγούμενα τρίμηνα, στην έκθεση της ΤτΕ επισημαίνεται ότι οι τράπεζες ανέφεραν σημαντικές εισροές νέων ΜΕΑ στο στεγαστικό τους χαρτοφυλάκιο. Στο συγκεκριμένο χαρτοφυλάκιο παρατηρείται ότι το 1/3 των υπολοίπων των ΜΕΑ αφορά σε πιστούχους που έχουν κάνει αίτηση για υπαγωγή σε καθεστώς νομικής προστασίας. Η μείωση των ΜΕΑ που προήλθε από εισπράξεις, ρευστοποιήσεις και πωλήσεις ήταν περιορισμένη. 
Τον κυριότερο παράγοντα μείωσης αποτέλεσαν οι διαγραφές, ιδιαίτερα στο επιχειρηματικό και το καταναλωτικό χαρτοφυλάκιο. Ο δείκτης ΜΕΑ παραμένει υψηλός στα περισσότερα χαρτοφυλάκια. Στο τέλος του Μαρτίου του 2017, ο δείκτης ΜΕΑ άγγιζε το 42,2% για το στεγαστικό, το 54,2% για το καταναλωτικό και το 45,0% για το επιχειρηματικό χαρτοφυλάκιο. 
Συγκεκριμένα, στο επιχειρηματικό χαρτοφυλάκιο παρατηρείται ιδιαίτερα χαμηλή ποιότητα στο χαρτοφυλάκιο των ελεύθερων επαγγελματιών και πολύ μικρών επιχειρήσεων (δείκτης ΜΕΑ: 68,3%), καθώς και στο χαρτοφυλάκιο των Μικρών και Μεσαίων Επιχειρήσεων(ΜΜΕ - δείκτης ΜΕΑ: 60,7%). 
Σε αντιδιαστολή με τα παραπάνω, καλύτερες επιδόσεις παρατηρούνται στο χαρτοφυλάκιο των μεγάλων επιχειρήσεων (δείκτης ΜΕΑ: 25,9%) και στα ναυτιλιακά δάνεια (δείκτης ΜΕΑ: 35,4%). 
Η κάλυψη από προβλέψεις σε επίπεδο συστήματος έχει μειωθεί οριακά, αγγίζοντας το 49,1% το Μάρτιο του 2017, από 49,7% το Δεκέμβριο του 2016. Εφόσον συμπεριληφθεί στις προβλέψεις και η αξία των εξασφαλίσεων (με ανώτατη αξία το υπόλοιπο του δανείου προ προβλέψεων απομείωσης), η κάλυψη των ΜΕΑ που επιτυγχάνεται είναι πλήρης.
Επιχειρησιακοί Στόχοι Πιστωτικών Ιδρυμάτων
Το Σεπτέμβριο του 2016, οι ελληνικές εμπορικές και συνεταιριστικές τράπεζες υπέβαλαν τους επιχειρησιακούς τους στόχους για τα ΜΕΑ, βάσει των δικών τους μακροοικονομικών παραδοχών και στρατηγικών διαχείρισης.
Ο παρακάτω πίνακας παρουσιάζει συνοπτικά τους βασικότερους στόχους και δείκτες απόδοσης για το σύνολο του δανειακού χαρτοφυλακίου, για την περίοδο Ιουνίου 2016 - Δεκεμβρίου 2019 (ποσά σε δισεκ. ευρώ):


Όπως απεικονίζεται στον πιο πάνω πίνακα, το αρχικό υπόλοιπο των ΜΕΑ (Ιούνιος 2016) για το σύνολο των ελληνικών εμπορικών και συνεταιριστικών τραπεζών αγγίζει τα 106,9 δισ. ευρώ (σημειώνεται ότι στα αναφερόμενα ανοίγματα δεν περιλαμβάνονται εκτός ισολογισμού στοιχεία ύψους 1,5 δισ. ευρώ περίπου). Οι τράπεζες έθεσαν ως στόχο τη μείωση του υπολοίπου των ΜΕΑ κατά 38% για την περίοδο Ιουνίου 2016 - Δεκεμβρίου 2019, διαμορφώνοντας το αναμενόμενο υπόλοιπο των ΜΕΑ στα 66,7 δισ. ευρώ στο τέλος του 2019.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των τραπεζών, το μεγαλύτερο ποσοστό της μείωσης θα επιτευχθεί κατά τα δύο τελευταία έτη, το 2018 και το 2019. Η μείωση εκτιμάται ότι θα προέλθει κυρίως από τις επιτυχείς ρυθμίσεις δανείων (δηλαδή την αποκατάσταση της τακτικής εξυπηρέτησης δανείων που βρίσκονται επί του παρόντος σε καθυστέρηση), από διαγραφές δανείων, καθώς και, σε μικρότερο βαθμό, από ρευστοποιήσεις εξασφαλίσεων, εισπράξεις και μεταβιβάσεις δανείων. Αντίθετα, αρνητική συμβολή στην περαιτέρω μείωση των υπολοίπων MEA εκτιμάται ότι θα έχει η συσσώρευση νέων MEA, η οποία αναμένεται τουλάχιστον μέχρι το τέλος του 2017. Με βάση τα ανωτέρω, εκτιμάται ότι στο τέλος του 2019 ο δείκτης ΜΕΑ θα υποχωρήσει στο 33,9%.
 
website counter
friend finderplentyoffish.com