Είναι ώρα γενναίων αποφάσεων και τολμηρών κινήσεων για ενίσχυση της ρευστότητας της αγοράς, μείωση των δανειακών βαρών των επιχειρήσεων και διευκόλυνση της επιχειρηματικότητας.
Η ελληνική οικονομία, όπως προβλέπουν όλοι οι αναλυτές και προδιαθέτουν τα στατιστικά στοιχεία, θα επιστρέψει φέτος σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης από το τρίτο τρίμηνο.
Για να παγιωθεί όμως η αναπτυξιακή πορεία, για να επιτευχθούν όσο το δυνατόν υψηλότεροι ρυθμοί ανάπτυξης, πρέπει να γίνει επανεκκίνηση της οικονομικής δραστηριότητας σε νέες ανταγωνιστικές βάσεις.
Περίπου 45 δισ. ευρώ επιχειρηματικά δάνεια και άλλα 30 δισ. άλλων κατηγοριών είναι «κόκκινα», δεν εξυπηρετούνται. Μάλιστα, πάνω από 100.000 μικρομεσαίες επιχειρήσεις χρωστούν 4,5 δισ. ευρώ στις τράπεζες και αδυνατούν να τα εξυπηρετήσουν. Παράλληλα, μεγάλες ελληνικές επιχειρήσεις ασφυκτιούν από την έλλειψη ρευστότητας, αδυνατούν να εξυπηρετήσουν τις υποχρεώσεις τους, καθώς υπάρχει αδυναμία πρόσβασης σε νέο φθηνό δανεισμό και ταυτόχρονα εξαιτίας της κρίσης έχει μειωθεί δραματικά ο κύκλος εργασιών τους.
Η κυβέρνηση μπορεί και πρέπει να παρέμβει αποφασιστικά, ώστε να αντιμετωπιστούν αυτά τα θεμελιώδη προβλήματα και να γίνει επιτυχής... επανεκκίνηση.
Η εφαρμογή μέτρων, όπως η χρηματοδότηση νέων επιχειρηματικών πρωτοβουλιών, ιδίως για την καινοτομία, η μείωση του κόστους δανεισμού μέσω της επιδότησης του επιτοκίου για συνεπείς επιχειρήσεις με αξιοποίηση κονδυλίων του ΕΣΠΑ σε συνδυασμό με την προωθούμενη ρύθμιση των προβληματικών επιχειρηματικών δανείων, θα δημιουργήσουν ευνοϊκές συνθήκες για την επιχειρηματικότητα. Έτσι, ο βρόχος των δανειακών υποχρεώσεων θα χαλαρώσει σε βαθμό που θα επιτρέψει στις επιχειρήσεις να προωθήσουν επενδυτικά σχέδια, σε συνδυασμό με τη σταθεροποίηση και εν συνεχεία την αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης.
Τα σχέδια αυτά πρέπει να εκπονηθούν με εξαντλητικό διάλογο ανάμεσα στους εμπλεκόμενους φορείς και με καλό σχεδιασμό, ώστε οι τελικές ρυθμίσεις να είναι και άμεσα εφαρμόσιμες και αποτελεσματικές.