Η πόλη της Θεσσαλονίκης έχει ανάγκη από έναν οργανωμένο σχεδιασμό όλων των εμπλεκόμενων φορέων, υπό την εποπτεία της πολιτείας, που θα οδηγούν σε προσεισμικές βελτιώσεις σε καίρια σημεία του πολεοδομικού συγκροτήματος και σε πρωτοβουλίες πολιτικής προστασίας, καθώς στο ενδεχόμενο ενός ίδιου μεγέθους σεισμού, ή μεγαλύτερου από αυτόν του 1978, οι επιπτώσεις και οι ζημίες θα είναι πολύ μεγαλύτερες, εξαιτίας της αλλαγής που υπέστη ο πολεοδομικός ιστός (κτιριακά, πληθυσμιακά, συγκοινωνιακά, στην ανάπτυξη νέων δικτύων κ.α.), τόσο σε έκταση, όσο και σε γήρανση.
διαβάστε περισσότερα...
Τον κώδωνα του κινδύνου σχετικά με την τρωτότητα των κτιρίων της
Θεσσαλονίκης έκρουσε ο καθηγητής της Πολυτεχνικής Σχολής του ΑΠΘ,
Κυριαζής Πιτιλάκης, στο περιθώριο εκδήλωσης με αφορμή τη συμπλήρωση 39
ετών από τον φονικό σεισμό που έπληξε την πόλη.
«Πολλά κτίρια στη Θεσσαλονίκη έχουν κτισθεί χωρίς αντισεισμικό, άλλα
με τον παλιό αντισεισμικό κανόνα του 1959, άλλα με πιο πρόσφατο και τα
λιγότερα με τον καινούριο. Μπορούμε τα πούμε ότι το 70-80% των κτιρίων
στην πόλη, είναι περισσότερο τρωτά, σε ακραία φαινόμενα, όπως ο σεισμός.
Επιπλέον έχουν γεράσει. Έχουν πάνω τους 50-100 χρόνια» τόνισε ο κ.
Πιτιλάκης.
Αναφορικά με το κόστος αναβάθμισης των κτιρίων, ο κ. Πιτιλάκης εκτιμά
ότι ανέρχεται κοντά στα 20 με 30 δισεκατομμύρια ευρώ. «Εκείνα όμως που
δεν πρέπει να αποφύγει η Πολιτεία είναι τα κρίσιμα κτίρια, όπως σχολεία,
νοσοκομεία, μουσεία, αστυνομικούς και πυροσβεστικούς σταθμούς»
κατέληξε.



