Η πρακτική του ελληνικού δημοσίου θυμίζει πολύ αυτή των τραπεζών ανά τον κόσμο: δανείζουν με υψηλότερο επιτόκιο από αυτό που προσφέρουν στις καταθέσεις. Έτσι και το κράτος στη χώρα μας: επιβάλλει τόκους τουλάχιστον 10% σε όσους καθυστερούν να του αποπληρώσουν τα χρέη τους, αλλά καταβάλλει μόλις 6% -και αν αυτό προβλέπεται- όταν δεν είναι το ίδιο συνεπές προς τους φορολογούμενούς του. Με μια διαφορά όμως: οι τράπεζες είναι κερδοσκοπικά ιδρύματα, το δημόσιο όχι. Ποιο λόγο, όμως, επικαλείται το δημόσιο για την επιβολή αυτού του spread;
Στη διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του δημοσίου, δεν γίνεται επίκληση λόγου δημοσίου συμφέροντος, ούτε αυτό αποδεικνύεται κατ΄ αυτόν τον τρόπο, ώστε να δικαιολογείται αυτή η διάκριση μεταξύ των δύο επιτοκίων. Μάλιστα, η διάκριση αυτή δεν μπορεί να έχει ως βάση μόνο το ταμειακό συμφέρον του Δημοσίου, το οποίο -όπως είναι ευνόητο- δεν είναι δυνατόν να συμβαδίζει με το δημόσιο συμφέρον. Γιατί το ταμειακό του συμφέρον δεν ταυτίζεται με το δημόσιο συμφέρον, όταν μάλιστα δεν προστατεύει την περιουσία του πολίτη. Τι προβλήματα έχει προκαλέσει αυτή η διάκριση στους φορολογούμενους - απλούς ιδιώτες και επιχειρήσεις;
Σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς και έγκυρους νομικούς, το καθεστώς αυτό -που «ταλαιπωρεί» τους φορολογούμενους εδώ και δεκαετίες- τους έχει ζημιώσει σημαντικά, όχι μόνο λόγο της ύπαρξης αυτού του spread, αλλά και λόγω της σημαντικής απώλειας χρημάτων και χρόνου, που έχουν υποστεί όσοι έχουν προσφύγει δικαστικά κατά αυτής της διάκρισης. Σε συνδυασμό, μάλιστα, με τη -διόλου ευκαταφρόνητη- καθυστέρηση του ελληνικού δημοσίου στην αποπληρωμή των χρεών του, δεν είναι λίγες οι επιχειρήσεις που έχουν οδηγηθεί ακόμα και στο να κατεβάσουν ρολά ή -ακόμα περισσότερες- να διογκώσουν τα χρέη και το δανεισμό τους για να ανταποκριθούν στις ανάγκες τους.
Με αυτό το σκεπτικό, η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας έκρινε αντισυνταγματική αυτή την προνομιακή για το δημόσιο διάκριση, εκτιμώντας ότι -εκτός από το Σύνταγμα- παραβιάζει και το 1ο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) που προστατεύει τα περιουσιακά δικαιώματα των πολιτών. Στην απόφαση το προνομιακό αυτό καθεστώς χαρακτηρίζεται ως αδικαιολόγητο και αναφέρεται ακόμα ότι αντιβαίνει στην αρχή της ισότητας. Τι σημαίνει αυτό πρακτικά;
Ότι το Δημόσιο θα κληθεί να πληρώσει πολλαπλάσιους τόκους για όλες αυτές τις εκκρεμείς δίκες, που αφορούν σε αναδρομικά επιδομάτων, σε αποζημιώσεις, και σε ό,τι έχει να κάνει με διαφορές μεταξύ δημοσίου και εργαζομένων για πάσης φύσεως αποδοχές ή πληρωμές. Και το ζητούμενο είναι πώς θα μπορέσει το Δημόσιο να ανταπεξέλθει σε ενδεχόμενες τέτοιες αποζημιώσεις. Ζητούμενο ακόμα αποτελεί και το τι θα γίνει με πολύ παλαιότερες υποθέσεις, όπου το Δημόσιο απαιτούσε -και εισέπραττε- τόκο 2 και 3 φορές πάνω του 10%, αλλά το ίδιο εξακολουθούσε να καταβάλει 6%. Η απόφαση αυτή θα γίνει σύντομα νόμος του κράτους ή θα πρέπει να περιμένουμε χρόνια μέχρι να εφαρμοστεί;
Σύμφωνα με έγκυρους νομικούς, το γεγονός ότι πρόκειται για τελεσίδικη απόφαση της ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας (θα πρέπει να) έχει ως επακόλουθο την ενσωμάτωσή της στην ελληνική νομοθεσία μέσα σε αυτή τη χρονιά. Άλλωστε, η προσφυγή κατά αυτού του καθεστώτος αποτελεί μία πολυετή διαδικασία.
Αξίζει να σημειωθεί ότι στα τέλη του περασμένου Μαρτίου, το έκτο τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας είχε κρίνει αντισυνταγματικό τον τόκο υπερημερίας, που προβλέπεται για τις οφειλές του δημοσίου προς τις κατασκευαστικές εταιρίες, με το ίδιο σκεπτικό. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο τόκος είναι κυμαινόμενος και εξαρτώμενος από τον τόκο των εντόκων γραμματίων εξαμήνου.