Την αύξηση των αφορολόγητων ορίων με περισσότερα κλιμάκια και εκ νέου ισχύ του συντελεστή 15%, τη διεύρυνση των δαπανών που εκπίπτουν από το φορολογητέο εισόδημα, όπως και την κατάργηση του Ενιαίου Τέλους Ακινήτων (ΕΤΑΚ), με ταυτόχρονη επαναφορά του Φόρου Μεγάλης Ακίνητης Περιουσίας (ΦΜΑΠ), ζητά –μεταξύ άλλων- το Βιοτεχνικό Επιμελητήριο Θεσσαλονίκης (ΒΕΘ), με επιστολή προς τους υπουργούς Οικονομικών, Γιώργο Παπακωνσταντίνου και Οικονομίας-Ανταγωνιστικότητας, Λούκα Κατσέλη.
Το ΒΕΘ, στο πλαίσιο της δημόσιας διαβούλευσης για τα φορολογικά μέτρα, εκφράζει την πλήρη αντίθεσή του στο ενδεχόμενο επιβολής ενιαίου ΦΠΑ 15%. Θέτει ως προαπαιτούμενο για τη βελτίωση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας "την ουσιαστική μείωση της τεράστιας διασπάθισης του δημοσίου χρήματος που καθημερινά καταγράφεται στη δημόσια διοίκηση".
Επισημαίνει την ανάγκη διεύρυνσης της φορολογικής βάσης με τη σύλληψη της φοροδιαφυγής και την ένταξη της παραοικονομίας στην επίσημη οικονομική δραστηριότητα. Για την επίτευξη του στόχου αυτού απαιτείται, όπως σημειώνει, ένταση του φοροεισπρακτικού μηχανισμού, σε συνεργασία με το τραπεζικό σύστημα και δημιουργία κινήτρων. Στην κατεύθυνση αυτή, σύμφωνα με το ΒΕΘ απαιτείται:
- ένα αυξημένο σύστημα τεκμηρίων, το οποίο θα είναι απλό, δίκαιο και όχι εξοντωτικό, και να κάνει εκτεταμένες διασταυρώσεις μέσω των νέων τεχνολογιών.
- να διευρυνθούν οι εκπιπτόμενες δαπάνες από το φορολογητέο εισόδημα, με σταδιακή κλιμάκωση και πέραν του αφορολογήτου, ως αυξημένου κινήτρου για όσους συγκεντρώνουν μεγάλα ποσά σε αποδείξεις.
Παράλληλα, το ΒΕΘ ζητά "αύξηση των ποσοστών των ζημιών από ακάλυπτες επιταγές και άλλων ανεπίδεκτων εισπρακτικών απαιτήσεων (λόγω της κρίσης), που θα αναγνωρίζονται από τον φορολογικό έλεγχο (με απλές διαδικασίες και όχι με τελεσίδικες -και χρονοβόρες- δικαστικές αποφάσεις) μέχρι το 2% του τζίρου, ώστε τουλάχιστον για αυτές τις ζημιές να μην καταβάλλονται φόροι".
Επιπλέον, το ΒΕΘ συμφωνεί με τις σκέψεις για την επαναφορά του point system και προτείνει απαλλαγή από τη φορολογία εισοδήματος των νέων επιχειρηματιών για μια τριετία από την ίδρυση της επιχείρησής τους και τήρηση μειωμένων φορολογικών συντελεστών για τα επόμενα τρία χρόνια.