Σε πολλά άρθρα και μελέτες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό τονίζεται ότι το φορολογικό σύστημα μιας χώρας μπορεί να αποτελέσει το κύριο εργαλείο οικονομικής πολιτικής για την ανάταξη της οικονομίας, ενισχύοντας την κοινωνική δικαιοσύνη και αποκαθιστώντας την εμπιστοσύνη των πολιτών στο κράτος.
Κατά συνέπεια στόχος οποιασδήποτε τροποποίησης του φορολογικού συστήματος πρέπει να είναι η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας της χώρας μας μέσω της δικαιότερης κατανομής των φορολογικών βαρών.
Για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος στη χώρα μας πρέπει να καταργηθεί η διαφορετική φορολογική μεταχείριση που υπάρχει σήμερα μεταξύ των υποκείμενων στη φορολογία εισοδήματος φυσικών προσώπων, τα οποία ενώ αποκτούν ακριβώς το ίδιο εισόδημα, επειδή διαφοροποιείται η πηγή προέλευσης, έχουν εντελώς διαφορετική φορολογική επιβάρυνση, με αποτέλεσμα να ενισχύεται η ανισοκατανομή των φορολογικών βαρών.
Περαιτέρω πρέπει να επανεξετασθούν οι φορολογικοί συντελεστές των νομικών προσώπων, με έμφαση στη χαμηλότερη φορολογία των κερδών που δεν διανέμονται και επανεπενδύονται, διότι οι όποιες αλλαγές προτίθεται να κάνει η νέα κυβέρνηση πρέπει να σχεδιαστούν με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε να μην αποδυναμωθούν τα όποια κίνητρα έχουν απομείνει για την ανάληψη οποιασδήποτε οικονομικής και εν δυνάμει επενδυτικής δραστηριότητας.
Επειδή λοιπόν, παρά το γεγονός ότι η χώρα έχει πλέον νέους και σύγχρονους κώδικες φορολογίας εισοδήματος, διαδικασιών και υιοθέτησε πλήρως τη λογιστική οδηγία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συνεχίζει ακόμα να συγκαταλέγεται στις χώρες με τα λιγότερο ανταγωνιστικά και φιλικά προς τις επιχειρήσεις φορολογικά συστήματα, πρέπει να γίνουν οι διορθωτικές παρεμβάσεις εκείνες έτσι ώστε να πάψει να θεωρείται ένα από τα πιο ακριβά και ασύμφορα φορολογικά συστήματα εντός αλλά και εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Όταν η φορολογική πολιτική εξαντλείται μόνο στη φορολογική στοχοποίηση του παραγόμενου κέρδους δημιουργείται αβεβαιότητα για το μέλλον και στις ελληνικές αλλά και στις μεγάλες αλλοδαπές επιχειρήσεις που επιθυμούν να επενδύσουν στη χώρα μας μέσω θυγατρικών εταιρειών ή/και υποκαταστημάτων.
Η υφιστάμενη φορολογική πολιτική σε ό,τι αφορά τη φορολογία γενικά της επιχειρηματικής δραστηριότητας λειτουργεί αφενός μεν αποτρεπτικά στην προσέλκυση νέων επενδύσεων, αφετέρου δε οδηγεί στη φυγή από τη χώρα πολλών επιχειρήσεων οι οποίες στρέφονται στην αναζήτηση πιο ελκυστικών φορολογικών συστημάτων, θεωρώντας ότι δίδονται καλύτερες επιχειρηματικές ευκαιρίες σε γειτονικές μας χώρες, οι οποίες φυσικά αποτελούν για αυτές την εναλλακτική λύση για την έναρξη ή/και τη μεταφορά της επιχειρηματικής δράσης. Εξ άλλου υπάρχουν πολλά παραδείγματα επιχειρήσεων που μετέφεραν τα τελευταία χρόνια την παραγωγική τους δραστηριότητα σε γειτονικές πιο συμφέρουσες φορολογικά χώρες, με αποτέλεσμα, εκτός της απώλειας σημαντικών φορολογικών εσόδων, την επιδείνωση των δεικτών της ανεργίας.
Η επιχειρηματική κοινότητα της χώρας περιμένει τις παρεμβάσεις εκείνες που θα αναδείξουν το φορολογικό σύστημα ως κορυφαίο πυλώνα της ανάπτυξης και ειδικότερα αναμένουν τις απαραίτητες τροποποιήσεις οι οποίες θα ενισχύσουν αναπτυξιακά τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, ειδικά στην περιφέρεια. Εκλογίκευση της συνολικής φορολογικής επιβάρυνσης σε συνδυασμό με φορολογικά κίνητρα για πολλές νέες παραγωγικές επενδύσεις μπορούν να διασφαλίσουν τις υφιστάμενες θέσεις εργασίας και να δημιουργήσουν αρκετές νέες, έτσι ώστε να αρχίσει πλέον να μειώνεται η ανεργία που έχει φτάσει σε εφιαλτικό ύψος. Επισημαίνεται ότι οι επενδύσεις από μικρομεσαίες επιχειρήσεις, λόγω του ύψους τους, υλοποιούνται ταχύτερα και κατά συνέπεια τα αναπτυξιακά τους αποτελέσματα γίνονται ορατά σε συντομότερο χρόνο.