Στον έκτο χρόνο της κρίσης που διανύουμε στην Ελλάδα, στα έξι χρόνια βαθιάς λιτότητας και βίαιης δημοσιονομικής προσαρμογής, οι Προεδρικές εκλογές αποτέλεσαν την αφορμή για την αλλαγή του πολιτικού σκηνικού με την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση συνεπικουρούμενου από τους Ανεξάρτητους Έλληνες.
Μία πολιτική αλλαγή η οποία προέκυψε και γιγαντώθηκε από την οργή των πολιτών έναντι της συγκυβέρνησης ΝΔ και ΠΑΣΟΚ και των πολιτικών λιτότητας του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σε τέτοιο βαθμό που και η λέξη «τρόικα» θεωρείται πλέον ύβρις.
Είναι αδιαμφισβήτητο ότι το κράτος δεν μπορούσε να συνεχίσει στην ίδια πεπατημένη με τα μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα. Ο κόσμος αυτό το αντιλήφθηκε, δέχτηκε τη μείωση μισθών και συντάξεων, δέχτηκε την αυξημένη φορολογία, και στωικά περίμενε την πολυπόθητη έξοδο από τα μνημόνια μέσω ενός ελληνικού προγράμματος οικονομικής ανάκαμψης και διαχείρισης της τεράστιας ανεργίας. Είναι επίσης αδιαμφισβήτητο ότι η συγκυβέρνηση κλήθηκε να αντεπεξέλθει μπροστά σε ένα κράτος που χρεοκοπούσε, απέναντι σε μία συντηρητική και αδιάλλακτη Ευρώπη, η οποία έπαιξε πολύ σκληρά το χαρτί των μνημονίων και της παροχής ρευστότητας.
Η συγκυβέρνηση, όμως, έχασε το παιχνίδι με τον κόσμο αλλά και τις αγορές, γιατί απέτυχε ή δε θέλησε να προβεί στις πολιτικές εκείνες που θα έδειχναν ότι πράγματι άξιζαν οι θυσίες. Συνέχισε να βασίζεται σε φορολογικές επιδρομές για την άντληση εσόδων, ενώ ταυτόχρονα δεν έκανε τίποτα για την πάταξη της φοροδιαφυγής και της διαφθοράς. Δεν προχώρησε σε έλεγχο της λίστας Λαγκάρντ και την απόδοση ευθυνών, δεν ερεύνησε άλλες λίστες που ήρθαν στο φως της δημοσιότητας, όπως η λίστα Νικολούδη, η λίστα του Λονδίνου, η λίστα του Λουξεμβούργου κ.τ.λ., δεν πάταξε το λαθρεμπόριο καυσίμων, ενώ ταυτόχρονα άφησε τους πολίτες χωρίς πετρέλαιο και το κράτος χωρίς έσοδα με την εξίσωση του ειδικού φόρου κατανάλωσης στο πετρέλαιο θέρμανσης με το πετρέλαιο κίνησης. Το πρόγραμμα της ηλεκτρονικής διασύνδεσης του εμπορίου με τη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων δεν τέθηκε σε εφαρμογή. Οι βαθιές τομές στις μεταρρυθμίσεις δεν έγιναν και όσες έγιναν προχώρησαν με αργούς ρυθμούς. Η γραφειοκρατία δεν έπαψε να υφίσταται. Η πολυνομία εξακολουθεί να μαστίζει τη χώρα καθιστώντας εξαιρετικά πολύπλοκη την όποια επιχειρηματική ενασχόληση. Ακόμα και υποχρεώσεις που δεν είναι καν μνημονιακές, αλλά κοινοτικές, όπως το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων, δεν έχουν ολοκληρωθεί καθώς έρχονται αντιμέτωπες με συντεχνιακά συμφέροντα που δεν τόλμησε ούτε η συγκυβέρνηση ούτε οι προηγούμενες κυβερνήσεις να αγγίξουν!
Κι έτσι έμεινε να κυνηγάει την ουρά της? Για την ακρίβεια την ουρά του χρέους! Απομυζώντας τους κατοίκους και εξαντλώντας τη φοροδοτική τους ικανότητα, η μόνη λύση είναι ο διαρκής δανεισμός για την αποπληρωμή του χρέους όταν η οικονομία ταυτόχρονα συρρικνώνεται και στραγγίζει από ρευστότητα. Κάπως έτσι η οργή ξεχείλισε? Κάπως έτσι έχουμε στην Ελλάδα μία νέα κυβέρνηση, μία αριστερή κυβέρνηση, με ψήγματα «δεξιότερης δεξιάς». Είναι η επιστροφή στον κρατισμό η λύση; Η επαναπρόσληψη απολυμένων, η αύξηση των μισθών και των συντάξεων, η κρατικοποίηση των πάντων; Η επαναφορά νόμων που περιορίζουν την αγορά εργασίας; Ασφαλώς και όχι! Μπορεί να είναι μικρές ενέσεις που καταλαγιάζουν τον πόνο και την οργή των ανθρώπων, η οικονομία όμως θέλει ριζικές πολιτικές. Το ζητούμενο είναι η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας με σταθερό και δίκαιο φορολογικό σύστημα, με εξάλειψη της γραφειοκρατίας, με αποτελεσματική και γρήγορη απονομή Δικαιοσύνης, με πάταξη της διαφθοράς και της φοροδιαφυγής. Εκεί είναι το στοίχημα. Διαφορετικά θα καταλήξουμε πάλι σε ένα τεράστιο κράτος, αναποτελεσματικό το οποίο θα εξακολουθεί να σέρνεται από τις πελατειακές σχέσεις. Και έτσι θα συνεχίσουμε να κυνηγάμε την ουρά μας...