Από την πρώτη ημέρα της ορκωμοσίας της η κυβέρνηση γνώριζε ότι έχει δύσκολο έργο να επιτελέσει. Ούτε χρονικά περιθώρια υπήρχαν, ούτε περίοδος χάριτος, αλλά από την αρχή έπρεπε ο πρωθυπουργός και οι υπουργοί να «σηκώσουν τα μανίκια» και να επιλύσουν σημαντικά προβλήματα που βρήκαν ή που δημιούργησαν.
Δεν είναι μόνο η οικονομία, οι διαπραγματεύσεις με τους δανειστές, η κατάρρευση των επενδύσεων, η βαθιά ύφεση που συνεχίζεται, αλλά και θέματα δημόσιας τάξης και ασφάλειας. Η κυβέρνηση πλησιάζει τους τρεις μήνες ζωής κι αδυνατεί να βρει τον βηματισμό της. Εγκλωβισμένη σε παρωχημένες ιδεοληψίες από τη μια και στις προεκλογικές της δεσμεύσεις από την άλλη, απειλείται από τη διγλωσσία που εμφανίζεται συχνά - πυκνά.
Στο πεδίο των διαπραγματεύσεων οι δύο γραμμές εμφανίστηκαν ξεκάθαρα, παρά το γεγονός ότι η χώρα βρίσκεται στην κόψη του ξυραφιού. Ο πρωθυπουργός και οι διαρροές από το Μαξίμου έκαναν λόγο ξεκάθαρα για «κόκκινες» γραμμές με πρώτη τις αλλαγές στο συνταξιοδοτικό, ενώ από την Ουάσιγκτον ο Γ. Βαρουφάκης δήλωνε έτοιμος για συμβιβασμό με υποχωρήσεις σε συνταξιοδοτικό και ιδιωτικοποιήσεις. Και λίγες ώρες μετά, άφηνε ανοικτό το ενδεχόμενο να μην πληρώσει η Ελλάδα τις δόσεις, αν και πριν από μια εβδομάδα, την ημέρα του Πάσχα, είχε δεσμευτεί στην Κρ. Λαγκάρντ ότι η χώρα θα πληρώσει «στο διηνεκές» τις υποχρεώσεις της.
Είναι προφανής η προσπάθεια για συνέχιση της «δημιουργικής ασάφειας» η οποία, ωστόσο, επί δύο μήνες δεν έχει κανένα θετικό αποτέλεσμα. Η οικονομία καταρρέει, το «ταμείο» στέγνωσε από ρευστό, το επενδυτικό κλίμα βρίσκεται στο ναδίρ, ενώ κινδυνεύει να «μολυνθεί» και το τελευταίο οχυρό, ο τουρισμός.
Σε εσωτερικό επίπεδο οι καταλήψεις, τα επεισόδια, η υπόθεση των Σκουριών και το μεταναστευτικό πρόβλημα έχουν αποδειχθεί πολύ δύσκολες εξισώσεις για την κυβέρνηση, που και στις περιπτώσεις αυτές χαρακτηρίζεται από «πολυφωνία». Χαρακτηριστική η επίθεση που εξαπέλυσε χθες η νεολαία του ΣΥΡΙΖΑ για την απόφαση της κυβέρνησης να τερματίσει την κατάληψη στην Πρυτανεία με επέμβαση της Αστυνομίας.
Κι ακόμη πιο χαρακτηριστική η έλλειψη μεταναστευτικής πολιτικής, όταν η Ελλάδα κινδυνεύει να μετατραπεί σε «αποθήκη ψυχών».
Ωστόσο, η κατάσταση αυτή δεν μπορεί να συνεχιστεί επί μακρόν. Χωρίς σχέδιο, χωρίς πυξίδα και κυρίως με παντελή έλλειψη συντονισμού του κυβερνητικού έργου. Το να χαρακτηρίζεται μια κυβέρνηση άπειρη δεν είναι κατ’ ανάγκη κακό, από τα λάθη και την καθημερινή τριβή μαθαίνει. Το κακό είναι να μην μπορεί να χαραχθεί μια σταθερή πολιτική, να μην υπάρχει εθνική στρατηγική για μείζονος σημασίας θέματα.
Η κραυγή αγωνίας που στέλνουν επιχειρηματίες και άνθρωποι της αγοράς πρέπει να ξυπνήσει όλους εκείνους που θέλουν να ανακάμψει η οικονομία και να επέλθει η ηρεμία στην κοινωνία.
Οι προθέσεις του πρωθυπουργού και των υπουργών του είναι ασφαλώς καλές. Ομως, οφείλουν να αποδείξουν άμεσα ότι διαθέτουν την πυγμή και τη σοβαρότητα να βγάλουν τη χώρα από το τέλμα. Προτού να είναι αργά...