«Ο κύβος ερρίφθη». Στα δικαστήρια αποφάσισε να οδηγήσει τη ΜΕΒΓΑΛ η ΔΕΛΤΑ, μετά την άρνηση της πρώτης να τηρήσει τη συμφωνία που υπέγραψαν οι δυο πλευρές πριν από περίπου δέκα μήνες και παρά την ύστατη προσπάθεια που έγινε τις τελευταίες εβδομάδες να βρεθεί συμβιβαστική λύση.
Σύμφωνα με πληροφορίες, η ΔΕΛΤΑ κατέθεσε χθες μήνυση σε βάρος της οικογένειας Παπαδάκη, βασικού μετόχου της ΜΕΒΓΑΛ για κακουργηματική απάτη και παράλληλα ζητά τη διενέργεια διαχειριστικού ελέγχου για τα πεπραγμένα της διοίκησης Παπαδάκη.
Οι ίδιες πληροφορίες αναφέρουν ότι ο βασικός μέτοχος της βορειοελλαδίτικης γαλακτοβιομηχανίας αποφεύγει με διάφορες δικαιολογίες να μεταβιβάσει το πλειοψηφικό πακέτο μετοχών στη ΔΕΛΤΑ, ακόμη και μετά την έγκριση της συναλλαγής από την Επιτροπή Ανταγωνισμού τον περασμένο Δεκέμβριο, όπως ρητά προέβλεπε το προσύμφωνο συνεργασίας.
Η εξέλιξη αυτή έρχεται να επισημοποιήσει τη ρήξη ανάμεσα στις δυο εταιρείες -μια πληροφορία που κυκλοφορούσε εδώ και πολλούς μήνες στην αγορά- και παράλληλα να επιβεβαιώσει το «ναυάγιο» της πολυδιαφημισμένης συνεργασίας, το δεύτερο στη διάρκεια της κρίσης, από το οποίο θα προέκυπτε μια εταιρεία-κολοσσός στον κλάδο των γαλακτοκομικών.
Υπενθυμίζεται πως πριν από τον Απρίλιο του 2014, οπότε υπεγράφη προσύμφωνο για την εξαγορά του 43% που κατείχε η οικογένεια Παπαδάκη- Χατζηθεοδώρου στη ΜΕΒΓΑΛ από τη ΔΕΛΤΑ, έναντι τιμήματος 4,5 εκατ. ευρώ, με στόχο να καταστεί η ΔΕΛΤΑ βασικός μέτοχος με ποσοστό 57,8%, αφού έλεγχε ήδη ποσοστό 14,8%, είχε προηγηθεί ανάλογη απόπειρα τον Σεπτέμβριο του 2010, με πολύ υψηλότερο τίμημα, το οποίο ανέρχονταν σε 57 εκατ. ευρώ.
Καθοριστικό ρόλο στο «άδοξο τέλος» της πρώτης απόπειρας, σύμφωνα με όσα είχαν διαρρεύσει τότε, ήταν η απροθυμία των πιστωτριών τραπεζών να συναινέσουν στην υλοποίηση της συμφωνίας.
Η επαναπροσέγγιση των δυο πλευρών δυο χρόνια αργότερα, έγινε υπό το βάρος της κρίσης, και των οξυμμένων προβλημάτων ρευστότητας που αντιμετώπιζε η ΜΕΒΓΑΛ το διάστημα εκείνο. Παράγοντες της αγοράς συνδέουν την υπαναχώρηση της οικογένειας Παπαδάκη από το προσύμφωνο, με τη βελτίωση που παρουσιάζουν οι οικονομικές επιδόσεις της ΜΕΒΓΑΛ τους τελευταίους μήνες, τόσο εντός όσο και εκτός συνόρων (οι εξαγωγές αυξάνονται με διψήφιους ρυθμούς) αλλά και στο πολύ χαμηλό τίμημα για το μέγεθος και τη δυναμική της εταιρείας.
Η αντίδραση της ΜΕΒΓΑΛ
Από την άλλη πλευρα, πηγές προσκείμενες στη διοίκηση της ΜΕΒΓΑΛ δηλώνουν άγνοια για την κίνηση της ΔΕΛΤΑ και τονίζουν πως δεν έχουν λάβει ενημέρωση για την ύπαρξη μήνυσης εναντίον της οικογένειας Παπαδάκη.
Η ΔΕΛΤΑ ανήκει στον όμιλο Vivartia και διαθέτει επτά υπερσύγχρονες μονάδες παραγωγής εντός και εκτός Ελλάδας, τέσσερις σταθμούς συγκέντρωσης γάλακτος, ένα πανελλαδικό δίκτυο πωλήσεων και διανομής, ενώ απασχολεί περίπου 1.300 άτομα. Το 2013, οι πωλήσεις της ανήλθαν σε 279,3 εκατ. ευρώ, ενώ οι ζημίες προ φόρων διαμορφώθηκαν σε 43,49 εκατ. ευρώ.
Στον αντίποδα, η ΜΕΒΓΑΛ, η οποία ιδρύθηκε το 1950 διανέμει τα προϊόντα της σε περισσότερα από 26.000 μικρά και μεγάλα σημεία πώλησης στην Ελλάδα και απασχολεί περίπου 850 άτομα. Από το 1985 έχει αναπτύξει έντονη εξαγωγική δραστηριότητα, με αποτέλεσμα σήμερα να εξάγει σε 30 χώρες. Το 2013, οι πωλήσεις της ανήλθαν σε 143,3 εκατ. ευρώ, ενώ οι ζημίες προ φόρων διαμορφώθηκαν σε 13,48 εκατ. ευρώ.
«Φουντώνει» ο ανταγωνισμός
Την ίδια ώρα, με αμείωτη ένταση συνεχίζεται η «μάχη» του ανταγωνισμού. Παρότι η κρίση έχει αδυνατίσει τις αντοχές και έχει εξαντλήσει τα αποθέματα ρευστότητας των περισσότερων, εντούτοις καμία γαλακτοβιομηχανία δεν φαίνεται διατεθειμένη να εγκαταλείψει την προσπάθεια ενίσχυσης των μεριδίων της. Στο πλαίσιο αυτό, επιστρατεύονται νέες προσφορές και λανσάρονται καινούρια προϊόντα -όπως το «γάλα ημέρας»- που καλύπτουν τις σύγχρονες ανάγκες των νοικοκυριών.
Η κάμψη της κατανάλωσης γαλακτοκομικών στη διάρκεια της κρίσης (με διαφοροποιήσεις ανά κατηγορία) και οι δυσοίωνες προοπτικές για το οικογενειακό εισόδημα τα επόμενα χρόνια δεν φαίνεται να αφήνουν περιθώρια για διαφορετικές επιλογές, καθώς η επιβίωση, όπως εξηγούν παράγοντες της αγοράς, «περνά μέσα από την εξόντωση του αντιπάλου». Επιπλέον, οι επώνυμες βιομηχανίες έχουν να αντιμετωπίσουν έναν νέο ανταγωνιστή, τα γαλακτοκομικά ιδιωτικής ετικέτας, τα οποία ήρθαν στο προσκήνιο μαζί με την ύφεση και διεκδικούν ρόλο ρυθμιστή και σε αυτή την κατηγορία. Υπολογίζεται πως σήμερα ένα στα τέσσερα γάλατα υψηλής παστερίωσης είναι ιδιωτικής ετικέτας (μερίδιο περίπου 25%), ενώ και στο φρέσκο γάλα (παστεριωμένο) το μερίδιό τους είναι περίπου 10%.