Η πρόσφατη ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών μπορεί να κάλυψε τις τρέχουσες εποπτικές απαιτήσεις, αλλά και τις απαιτήσεις των παραγόντων της αγοράς, δημιουργώντας ένα σημαντικό κεφαλαιακό απόθεμα ασφαλείας΄, αλλά δεν είναι αρκετή για να επανεκκινήσει τη δανειοδότηση της οικονομίας.
Αυτό συμπεραίνει η Τράπεζα της Ελλάδας στο 43ο Οικονομικό Δελτίο της, όπου παρουσιάζεται η έρευνα του Φαίδωνα Καλφάογλου με τίτλο «Κεφαλαιακή ενίσχυση των τραπεζών: αναγκαία αλλά μη ικανή συνθήκη για τη δανειοδότηση της οικονομίας».
Η μελέτη εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο η κεφαλαιακή ενίσχυση των τραπεζών επηρεάζει τη συμπεριφορά τους σχετικά με τη δανειοδότηση της οικονομίας. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών ως μέρος κρατικών προγραμμάτων διάσωσης και παρατίθενται τα κριτήρια με βάση τα οποία μπορεί να αξιολογηθεί η επιτυχία ενός τέτοιου προγράμματος σχετικά με τη δημιουργία κινήτρων για την επανεκκίνηση του δανεισμού προς την οικονομία.
Ο στόχος των προγραμμάτων ανακεφαλαιοποίησης είναι αφενός η ενίσχυση της κεφαλαιακής βάσης των τραπεζών και αφετέρου η προστασία της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και η συνέχιση των λειτουργιών της χρηματοπιστωτικής διαμεσολάβησης και ιδιαίτερα της δανειοδότησης της οικονομίας. Τείνει ωστόσο να γίνει ευρέως αποδεκτό ότι η σταθεροποίηση της κεφαλαιακής βάσης είναι προϋπόθεση για να μπορέσουν τα τραπεζικά ιδρύματα να ξαναρχίσουν το δανεισμό. Υπό αυτό το πρίσμα, η ανακεφαλαιοποίηση είναι αναγκαία, αλλά μη ικανή συνθήκη για τη δανειοδότηση της οικονομίας.
Η ικανή συνθήκη προέρχεται από τις λεπτομέρειες υλοποίησης ενός προγράμματος ανακεφαλαιοποίησης, όπως την ταχύτητα παρέμβασης των αρμόδιων αρχών, το ικανό ύψος της ανακεφαλαιοποίησης, την αντιμετώπιση των γενεσιουργών αιτίων των προβλημάτων των τραπεζών, την επιτυχή αναδιάρθρωσή τους κ.λπ.