Σήμερα, έως 20 διαφορετικοί φόροι ακινήτων χρησιμοποιούν τις Αντικειμενικές Αξίες και τις Τιμές Ζώνης ως βάσεις υπολογισμού.
Αυτές οι βάσεις ήταν στρεβλές, επί σειρά ετών, ευνοώντας κατά κανόνα, καθώς και τότε υπήρχαν αδικημένοι, άλλους λιγότερο και άλλους περισσότερο. Καθώς βρισκόμασταν δε σε περίοδο ευημερίας και συνεχούς αύξησης των αξιών των ακινήτων, οι ανισότητες που δημιουργούνταν δεν φάνηκε να έγιναν αντιληπτές από τους εμπλεκόμενους στην κτηματαγορά.
Με την έλευση, όμως, της οικονομικής κρίσης επήλθε μεταξύ άλλων και επακόλουθη σημαντική πτώση στις αγοραίες αξίες όλων των κατηγοριών ακινήτων.
Οι αντικειμενικές αξίες, όμως, παρέμειναν αμετάβλητες στα ίδια επίπεδα με το 2007. Ως εκ τούτου η συντριπτική πλειοψηφία των ακινήτων, έχει σήμερα αγοραία αξία σημαντικά χαμηλότερη της αντικειμενικής με εξαίρεση κάποιες λιγοστές περιοχές όπου οι αγοραίες αξίες είναι υψηλότερες των αντικειμενικών.
Η παλαιά πραγματικότητα των λιγότερο και περισσότερο ευνοημένων, έχει πλέον μετατραπεί σε οδυνηρή πραγματικότητα αδικημένων, με λιγοστές εξαιρέσεις, στην οποία προστέθηκε και η επιβολή του ΕΝΦΙΑ προ διετίας ως κερασάκι στην τούρτα για να τροποποιήσει και το αντικείμενο του φόρου (π.χ. αγροτεμάχια). Η πολλάκις υποσχεθείσα και εδώ και έτη καθυστερημένη αναπροσαρμογή των Αντικειμενικών Αξιών είναι σήμερα αναγκαία περισσότερο από ποτέ.
Όχι για να ελαφρύνει φορολογικά βάρη, καθώς αφενός οι οικονομικές ανάγκες του κράτους είναι δεδομένες και αφετέρου οι φόροι είναι συνδυασμός φορολογικής βάσης (αντικειμενικής αξίας - τιμής ζώνης ) και φορολογικών συντελεστών, οι οποίοι αλλάζουν κατά το δοκούν, αλλά για να εξορθολογήσει τη φορολογία και να αντιμετωπίσει όσο το δυνατόν δικαιότερα την ακίνητη περιουσία. Μετά θα απομένει να λυθεί «μόνο» το τεράστιο θέμα της είσπραξης, αλλά τουλάχιστον υπό ορθή βάση.