Παρά τις πρόσφατες ενδείξεις ανάκαμψης σε μερικές από τις χώρες της Ευρωζώνης, η οικονομία της περιοχής στο σύνολό της παραμένει προβληματική, με τους ρυθμούς αύξησης του ΑΕΠ φέτος να εκτιμώνται οριακά υψηλότεροι από 1% και την ανεργία να παραμένει κοντά στα επώδυνα υψηλά επίπεδα του 12%.
Η βραδεία ανάπτυξη και η υψηλή ανεργία δεν αποτελούν τα μοναδικά προβλήματα της Ευρωζώνης. Το ποσοστό του πληθωρισμού σε ετήσια βάση, στο 0,7%, είναι τόσο κοντά στο μηδέν, ώστε ακόμα και ένα μικρό σοκ θα μπορούσε να το οδηγήσει σε αρνητικό έδαφος, πυροδοτώντας πτωτικό σπιράλ των τιμών.
Η πανάκεια στην οικονομία είναι σπάνιο φαινόμενο. Όμως, μια μεγάλη και απότομη υποτίμηση της ισοτιμία του ευρώ -ας πούμε κατά 15%- θα διόρθωνε πολλά από τα υφιστάμενα προβλήματα της Ευρωζώνης. Ένα ασθενέστερο ευρώ θα αύξανε το κόστος των εισαγωγών και τις τιμές των εξαγωγών, ωθώντας ανοδικά τον πληθωρισμό. Η υποτίμηση θα τόνωνε και τους ρυθμούς ανάπτυξης του ΑΕΠ της περιοχής, τονώνοντας τις εξαγωγές και ενθαρρύνοντας τους Ευρωπαίους να αντικαταστήσουν τα εγχώρια παραγόμενα αγαθά και υπηρεσίες με αντίστοιχα εισαγόμενα. Παρότι η ανταγωνιστικότητα εντός της Ευρωζώνης δεν θα επηρεαζόταν, ένα ασθενέστερο ευρώ θα βελτίωνε σημαντικά το εμπορικό ισοζύγιο με τον υπόλοιπο κόσμο, που αναλογεί στο 50% των εμπορικών συναλλαγών της Ευρωζώνης.
Ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Μάριο Ντράγκι έχει επανειλημμένως υπογραμμίσει ότι η ενίσχυση του ευρώ την τελευταία τριετία έχει αυξήσει τον κίνδυνο του αποπληθωρισμού. Όμως, η διαβόητη διαβεβαίωσή του τον Ιούλιο του 2012 ότι η ΕΚΤ θα πράξει «οτιδήποτε απαιτείται» για να σώσει το ευρώ, μείωσε βεβαίως το κόστος δανεισμού των χωρών της Ευρωπεριφέρειας, όμως συνεισέφερε και στη σημερινή ισχύ του ενιαίου νομίσματος.
Σήμερα, ούτε τα πρόσφατα σχόλια του Ντράγκι ούτε η προοπτική για εφαρμογή αμερικανικού τύπου προγράμματος αγοράς αξιών σε ευρεία κλίμακα (ποσοτική νομισματική χαλάρωση - QE) έχει οδηγήσει σε σημαντική αποδυνάμωση του ευρώ ή έχει θέσει τον πληθωρισμό σε τροχιά επιστροφής κοντά στον στόχο του 2%. Οπότε, το κρίσιμο ερώτημα που εγείρεται είναι πώς να μειωθεί η αξία του ευρώ χωρίς να διαταραχθεί η αίσθηση σταθερότητας που δημιούργησε ο Ντράγκι το 2012.
Με δεδομένο ότι η εφαρμογή QE από την ΕΚΤ έχει παρουσιαστεί ως ένας τρόπος για να εξασθενίσει το ευρώ, είναι χρήσιμο να εξεταστεί η επίπτωση που είχε το αντίστοιχο πρόγραμμα της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας Fed στην αξία του δολαρίου και την πορεία του πληθωρισμού στις ΗΠΑ. Η σύντομη απάντηση είναι ότι επηρέασε ελάχιστα και το ένα και το άλλο.
Εάν η ΕΚΤ θέλει να αποδυναμώσει το ευρώ και να αυξήσει το ποσοστό του πληθωρισμού βραχυπρόθεσμα, ο πιο αξιόπιστος τρόπος να το πράξει είναι η απευθείας παρέμβαση στις αγορές συναλλάγματος με πωλήσεις ευρώ και αγορές άλλων νομισμάτων. Αν και η μέθοδος αυτή θα μπορούσε να έχει παρενέργειες σε άλλα μέρη του κόσμου, οι αξιωματούχοι στις ΗΠΑ και αλλού πρέπει να αναγνωρίσουν τη σημασία ενός πιο ανταγωνιστικού ευρώ για το μέλλον της οικονομίας της Ευρωζώνης.