Ο προεκλογικός λόγος έχει εκτροχιαστεί. Τα κόμματα «τα δίνουν όλα», υιοθετώντας πλήρως την τακτική της υποσχεσιολογίας και έχοντας υπόψη τους μόνον τον κοντόφθαλμο ορίζοντα της Κυριακής.
Κονταροχτυπιούνται γύρω από το «ελληνικό ζήτημα», αφήνοντας ηθελημένα στο περιθώριο τις διεργασίες που λαμβάνουν χώρα για το «αύριο» της Ευρωζώνης, αλλά και της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνολικά.
Η συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου της ΕΚΤ την Πέμπτη, για την αγορά κρατικών ομολόγων, έστω και εάν θα πρόκειται για μια απόφαση-συμβιβασμό με το Βερολίνο, εκ των πραγμάτων προκαλεί ένα σημαντικό ρήγμα στη γερμανική «νομισματική ορθοδοξία».
Η Ελλάδα, όμως, είναι απούσα από αυτές τις διεργασίες. Όπως επισημαίνει και ο Κ. Σημίτης, «όταν ζητάμε την αλληλεγγύη για την ανόρθωση της οικονομίας μας πρέπει να συμμετέχουμε επίσης δημιουργικά με ρεαλιστική άποψη στην κοινή προσπάθεια. Επειδή αυτό δεν συμβαίνει μάς θεωρούν περιθωριακούς».
Στη χθεσινή παρέμβασή του, ο πρώην πρωθυπουργός τονίζει ότι ο λόγος μας δεν πρέπει να αφορά μόνο την οικονομική συμπαράσταση και ο λόγος των εταίρων μόνο την ελληνική εξαίρεση. Αυτό «είναι προϋπόθεση για να μη διολισθήσουμε στη μοιραία οικονομική κατάρρευση, ρητορεύοντας για το μεγαλείο της χώρας. Είναι όρος για να ξεπεράσουμε την υστέρησή μας».
Η απόφαση της ΕΚΤ την Πέμπτη θα ανοίξει ένα «παράθυρο» ευκαιρίας. Το ερώτημα είναι κατά πόσον το ελληνικό πολιτικό σύστημα και ιδίως τα κόμματα εξουσίας μπορούν να το αξιοποιήσουν, επιστρέφοντας, με πράξεις, τη χώρα στο επίκεντρο των εξελίξεων, ώστε η λιτότητα να μην αποτελεί μονόδρομο και να μην επιβάλλεται έναντι της βοήθειας για να αποφευχθεί η χρεοκοπία.