Εξι χρόνια από την απαρχή της κρίσης, έξι χρόνια λιτότητας και βίαιης δημοσιονομικής προσαρμογής, η Ελλάδα βρίσκεται και πάλι μπροστά στην ίδια αβεβαιότητα για το μέλλον της οικονομίας της.
Αντιμετωπίζει και πάλι το πρόβλημα της χρηματοδοτικής ασφυξίας, τα σενάρια περί πιστωτικού γεγονότος και επιστροφής στη δραχμή επανέρχονται, οι υποβαθμίσεις του πιστοληπτικού αξιόχρεου της χώρας εμφανίζονται ξανά στο προσκήνιο.
Η οικονομική συγκυρία στην οποία έχουμε περιέλθει, δημιουργεί ανησυχητικές συνθήκες και βάζει για άλλη μια φορά την πραγματική οικονομία στον «πάγο», δεδομένης της παράτασης των τεσσάρων μηνών και της ασάφειας που αυτοί εμπεριέχουν.
Η κυβέρνηση διεκδικούσε πρόγραμμα-γέφυρα έξι μηνών χωρίς δεσμεύσεις, αλλά με την καταβολή της χρηματικής βοήθειας από τους εταίρους μας, προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα παρουσίασης του ελληνικού προγράμματος με βάση τις κυβερνητικές προτεραιότητες. Εν τέλει, η συμφωνία επετεύχθη με μικρότερη παράταση, χωρίς χρηματοδότηση εν τω μεταξύ, ενώ οι χρηματοδοτικές υποχρεώσεις της χώρας τρέχουν. Η εξέλιξη αυτή, δημιουργεί από μόνη της ένα ασαφές μακροοικονομικό και πολιτικό περιβάλλον για τους επόμενους μήνες αφενός, αφετέρου εντείνει τις ανησυχίες για τις περαιτέρω εξελίξεις που αφορούν στην αξιολόγηση του Απριλίου και τη νέα διαπραγμάτευση που θα ακολουθήσει.
Την ίδια στιγμή, ο καταιγισμός δηλώσεων για τις προθέσεις της κυβέρνησης και τις πολιτικές που ενδεχόμενα να ακολουθηθούν, οι διαφορετικές τοποθετήσεις υπουργών για τα ίδια ζητήματα, η έλλειψη συγκεκριμένου αναπτυξιακού πλαισίου, δρουν ανασταλτικά σε οποιαδήποτε επενδυτική δραστηριότητα, παγώνουν τις ήδη υφιστάμενες οικονομικές δραστηριότητες και προκαλούν φυγή κεφαλαίων από τις τράπεζες και τη χώρα.
Σύμφωνα με την οικονομική θεωρία, η οικονομία βασίζεται εν πολλοίς στις προσδοκίες και το ψυχολογικό κλίμα που δημιουργούνται. Δημόσιες τοποθετήσεις ιθυνόντων, όπως αυτή για το ενδεχόμενο έκτακτης εισφοράς όσον αφορά στην κάλυψη του χρηματοδοτικού κενού, δημιουργεί αντίστοιχες προσδοκίες στους πολίτες. Ποιος θα αφήσει τα χρήματά του, όσα μείνανε μέχρι σήμερα, στις τράπεζες; Ποιος θα δηλώσει εισοδήματα και δεν θα προσπαθήσει στο μέλλον να τα κρύψει για να μην του πάρουν και τα υπόλοιπα; Τι κλίμα δημιουργείται για το μέλλον; Ότι όποιος έχει δουλειά θα πληρώνει κατ' εξακολούθηση, προκειμένου να καλύπτει κενά; Και ποιος θα μείνει σε αυτόν τον τόπο να δουλεύει;
Πολλές φορές ωστόσο, η οικονομική θεωρία προβλέπει αντίστοιχα μέτρα για την κάλυψη των αναγκών της. Ακόμα και σε αυτή την περίπτωση όμως, τέτοιες πολιτικές, προκειμένου να είναι αποδοτικές, πρέπει να γίνονται με αιφνιδιασμό. Διαφορετικά, ο κόσμος προσαρμόζει τις πράξεις του με βάση τις εξαγγελίες και τελικά η πολιτική είναι μη αποτελεσματική, αν εφαρμοστεί.
Για τους παραπάνω λόγους, κρίνεται σκόπιμη η λιτότητα των λόγων και η πληθώρα των πράξεων, ειδικά σε δύσκολες, οικονομικά, συνθήκες.
Σαφής ένδειξη της υποβόσκουσας αβεβαιότητας στο παρόν οικονομικο-πολιτικό περιβάλλον αποτελεί η μεγάλη υστέρηση των φορολογικών εσόδων, η οποία δυσχεραίνει την οικονομική ασφυξία. Την ίδια στιγμή, το επιχειρηματικό κλίμα επιδεινώνεται σύμφωνα με την έκθεση του ΙΟΒΕ για τον Φεβρουάριο, σε αντίθεση με τον δείκτη καταναλωτικής εμπιστοσύνης που εμφανίζεται βελτιωμένος, δεικνύοντας ότι τα νοικοκυριά πιστεύουν πως θα βελτιωθεί η οικονομική τους κατάσταση τους επόμενους μήνες. Το εύρημα αυτό είναι οξύμωρο, ωστόσο, καθώς η παραπάνω προσδοκία δεν αντικατοπτρίζεται στα φορολογικά έσοδα του κράτους. Βεβαίως, είναι σύνηθες να παρατηρείται βελτίωση του δείκτη καταναλωτικής εμπιστοσύνης μετά την αλλαγή κυβέρνησης και το ίδιο συνέβη στις εκλογές του Οκτωβρίου 2009.
Η κυβέρνηση είναι απαραίτητο να εστιαστεί στην αποκατάσταση του κλίματος εμπιστοσύνης τόσο στο εσωτερικό όσο και το εξωτερικό άμεσα, με την προώθηση διαρθρωτικών μεταβολών και την κατάρτιση σαφούς πλαισίου αναπτυξιακών δράσεων. Η προώθηση συγκεκριμένων ιδιωτικοποιήσεων επί παραδείγματι, μπορούν να αποτελέσουν θετική σήμανση με συγκεκριμένα οφέλη τόσο άμεσα όσο και μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα.
Αντίθετα, πολιτικές που αφορούν σε επιδόματα στους εργαζομένους της ΔΕΗ και επαναπρόσληψη όλων των εργαζομένων της ΕΡΤ (ανεξάρτητα από το αν είναι θεμιτές ή όχι), όταν ακόμα δεν έχει προωθηθεί καμία αναπτυξιακή πρωτοβουλία, δίνει αρνητική σήμανση στην εγχώρια και διεθνή αγορά για επιστροφή σε κρατικοδίαιτες τακτικές και οξύνουν το ήδη αρνητικό επενδυτικό κλίμα, απομακρύνοντας το στόχο της ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας.