Το ότι το επίπεδο του δημόσιου χρέους σε πολλά κράτη-μέλη της Ευρωζώνης είναι υψηλό δεν αποτελεί μυστικό.
Κατά μέσο όρο το δημόσιο χρέος αντιστοιχούσε στα τέλη του καλοκαιριού με το 94,3% του ΑΕΠ που παρήγαγαν οι οικονομίες τους. Από τις μεγάλες οικονομίες της Ευρωζώνης το χρέος δεν υπερβαίνει το 95% μόνο στη Γερμανία, την Αυστρία, την Ολλανδία και τη Φινλανδία -εξ ου προκύπτει και η σύνθεση του εικαζόμενου ως αντίπαλου «στρατοπέδου».
Το επίπεδο που αναφέρεται στις Συνθήκες και θεωρείται αποδεκτό για να αναπτύσσεται φυσιολογικά μια οικονομία είναι το 60% -περίπου όπως για τον πληθωρισμό έχει κριθεί επιθυμητό να κινείται λίγο κάτω από το 2%. Όσο το επίπεδο του χρέους πλησιάζει ή ξεπερνά το 100%, τόσο λιγότερο πιθανό θεωρείται τελικά να εξυπηρετηθεί. Αυτό βέβαια εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το κόστος εξυπηρέτησής του -άλλο είναι να εξυπηρετείται το 70% του ΑΕΠ με επιτόκιο 6% και άλλο το 100% με επιτόκιο 3%.
Εξαρτάται, επίσης, από το εάν αφορά δανεισμό στο νόμισμα του κράτους ή σε συνάλλαγμα. Το πρώτο μπορεί τελικά να εξασφαλιστεί διά του πιεστηρίου, ενώ το δεύτερο πρέπει να προσελκυστεί με κόστος που ορίζουν άλλοι. Υπό συγκεκριμένες συνθήκες μία οικονομία μπορεί να εξυπηρετεί το χρέος της τυπώνοντας: Η Ιαπωνία, για παράδειγμα, έχει δημόσιο χρέος υπερδιπλάσιο(!) του ΑΕΠ αλλά κόστος δεκαετούς δανεισμού μόλις 0,25%.
ΕΚΤ
Η περίπτωση της Ευρωζώνης είναι ιδιαίτερη, καθώς αποτελείται από πολλά και διαφορετικά κράτη. Η πρόσφατη απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας να αγοράσει κρατικά ομόλογα στοχεύει ακριβώς στο να μειώσει το κόστος εξυπηρέτησης του υψηλού δημόσιου χρέους. Η κεντρική τράπεζα προσφέρει στα κράτη λίγο χώρο για να «αναπνεύσουν» δημοσιονομικά και να επιτρέψουν στις οικονομίες να ανακάμψουν. Δεν πρόκειται για μια οριστική λύση του προβλήματος -απλά για μετάθεσή του στο μέλλον, αφού το επίπεδο χρέους θα παραμένει υψηλό.
Η ελπίδα είναι ότι οι οικονομίες θα αναπτυχθούν χωρίς να δημιουργούν νέα χρέη, οπότε σταδιακά το χρέος θα αντιστοιχεί σε όλο και μικρότερο μερίδιο του ΑΕΠ. Το δημόσιο χρέος, όμως, των περισσότερων οικονομιών βρίσκεται ήδη σε εξαιρετικά υψηλό επίπεδο και οι προβλέψεις δεν μιλάνε για ανάκαμψη των οικονομιών τόσο ισχυρή ώστε το ποσοστό να υποχωρήσει ραγδαία. Το πιθανότερο είναι ότι σε οικονομίες όπως η ιταλική, όπου το χρέος υπερβαίνει το 130% του ΑΕΠ, η δημοσιονομική κατάσταση θα συνεχίζει να «στοιχειώνει» την ανάπτυξη για αρκετά χρόνια.
Για να… καθαρίσει ο ουρανός δεν αρκεί η μετάθεση του προβλήματος στο μέλλον -χρειάζεται επιπλέον δραστική μείωση του βάρους του χρέους και σύνδεση της εξυπηρέτησης όσου μείνει με την πορεία των οικονομιών. Να υπάρχουν, δηλαδή, ρήτρες που θα προβλέπουν «πάγωμα» καταβολής τοκοχρεολυσίων εφόσον το ΑΕΠ δεν αυξάνεται τουλάχιστον με κάποιο ρυθμό ή εφόσον υπάρχει μεγάλο εμπορικό έλλειμμα ή εάν απειλείται η κοινωνική συνοχή (αύξηση δεικτών ανισοτήτων, ανεργίας και φτώχειας). Μια λιγότερο γενναιόδωρη λύση θα μπορούσε να είναι να συνδεθεί με τα παραπάνω μεγέθη το ύψος των επιτοκίων εξυπηρέτησης του χρέους που θα απομείνει.