Η συμφωνία που πέτυχε η Ελλάδα με τους πιστωτές δεν συνεπάγεται ουσιαστική χαλάρωση του κλοιού της λιτότητας, παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς της ελληνικής κυβέρνησης.
Η Αθήνα πιστώνει στον εαυτό της το ότι οι στόχοι για το πρωτογενές πλεόνασμα είναι χαμηλότεροι σε σχέση με τις προηγούμενες προτάσεις, αλλά οι ειδικοί τονίζουν ότι οι αλλαγές απλώς αντανακλούν την επιδείνωση της ελληνικής οικονομίας.
Πράγματι, σε πρώτη ανάγνωση η Ελλάδα μοιάζει να εξασφάλισε μια οικονομική «ανάσα». Το νέο πρόγραμμα προβλέπει ότι η χώρα θα εμφανίσει πρωτογενές έλλειμμα 0,25% του ΑΕΠ φέτος, πρωτογενές πλεόνασμα 0,5% του ΑΕΠ το 2016, 1,75% το 2017 και 3,5% το 2018. Με εξαίρεση τον στόχο για το 2018, οι στόχοι είναι χαμηλότεροι σε σχέση με αυτά που συζητούνταν στο τέλος Ιουνίου, όταν η Ελλάδα είχε δεχθεί στόχο για πρωτογενές πλεόνασμα 1% φέτος, 2% το 2016, 3% το 2017 και 3,5% το 2018. Τον Απρίλιο, οι πιστωτές ζητούσαν πρωτογενές πλεόνασμα 3% και 4,5% του ΑΕΠ το 2016, επίπεδο που θα διατηρούνταν και το 2017, προτού υποχωρήσει ελαφρά το 2018.
Οι δημοσιονομικοί στόχοι έχουν μεγάλη σημασία, διότι καθορίζουν το εάν η συμφωνία θα είναι οικονομικά βιώσιμη. Οι πιστωτές θέλουν η χώρα να εμφανίζει σταθερά αυξανόμενα πρωτογενή πλεονάσματα για να διατηρείται ο ρυθμός αποπληρωμής του χρέους και να επιτευχθεί δημοσιονομική πειθαρχία σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Όμως, όσο ταχύτερα εξοικονομεί πόρους η κυβέρνηση, τόσο περισσότερα χρήματα πρέπει να «αφαιρέσει» από την οικονομία μέσω αυξήσεων φόρων και περικοπών δαπανών. Ως αποτέλεσμα, η υπερβολική εξοικονόμηση μπορεί να βυθίσει την οικονομία σε ακόμα μεγαλύτερη ύφεση, εμποδίζοντάς την από το να ανακάμψει και να αποπληρώσει τα χρέη της.
Πολλοί αναλυτές εκτιμούν ότι η ζημία που έχει πλέον υποστεί η ελληνική οικονομία έχει ήδη αντισταθμίσει το όποιο όφελος θα μπορούσαν να προσφέρουν οι μετριοπαθέστεροι δημοσιονομικοί στόχοι - εάν είχαν συμφωνηθεί νωρίτερα. Όταν το ΑΕΠ μιας χώρας είναι μικρότερο, η παραγωγή μικρότερου πλεονάσματος ως ποσοστό του ΑΕΠ θα μπορούσε να έχει την ίδια επίπτωση με ένα υψηλότερο πλεόνασμα σε μια αναλογικά μεγαλύτερη οικονομία.
Η αποδοχή χαμηλότερων στόχων από την πλευρά των πιστωτών απλά αναγνωρίζει ότι οι προηγούμενοι στόχοι ήταν εκτός πραγματικότητας. Οι πιστωτές εκτιμούν πλέον ότι η ελληνική οικονομία θα συρρικνωθεί κατά 2,1-2,3% έως το τέλος του έτους. Όταν της ζητούσαν πρωτογενές πλεόνασμα 3% τον Απρίλιο, προεξοφλούσαν ακόμα ρυθμούς ανάπτυξης 2,5% για φέτος. «Το μόνο που έκαναν είναι να προσαρμόσουν τους στόχους για το πλεόνασμα στην αδυναμία της οικονομίας που ήδη υφίσταται. Τίποτε περισσότερο», λέει ο οικονομολόγος Πίτερ Ντόιλ, πρώην υψηλόβαθμο στέλεχος του ΔΝΤ.
Ο Ασόκα Μόντι, επισκέπτης καθηγητής του Πανεπιστημίου Princeton (και πρώην υποδιευθυντής του Ευρωπαϊκού Τμήματος του ΔΝΤ) προσθέτει ότι η διατήρηση του στόχου για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% το 2018, σε συνδυασμό με την πτωτική αναθεώρηση των πιο βραχυπρόθεσμων στόχων συνεπάγεται ότι ο ρυθμός της δημοσιονομικής προσαρμογής θα πρέπει να είναι ταχύτερος. «Ο ρυθμός αύξησης των πρωτογενών πλεονασμάτων καθορίζει την υφεσιακή επίπτωση στην οικονομία», υπογραμμίζει. «Το να πάει κανείς από έλλειμμα -0,5% σε πλεόνασμα 3,5% σε 2,5 χρόνια είναι κατά τη γνώμη μου τεράστιο λάθος...».