Τα τελευταία δύο - τρία χρόνια η «Ημερησία» καταγράφει κατά διαστήματα τον παλμό της αγοράς.
Τι συμβαίνει σε διάφορους κλάδους, τι λένε επιφανείς επιχειρηματίες από διάφορους κλάδους, τι περιμένουν και σε τι ελπίζουν. Η δραματική διαπίστωση είναι ότι εδώ και πολλούς μήνες τίποτε δεν αλλάζει στην ελληνική αγορά και την οικονομία. Πλην ελαχίστων, μικρών χρονικών περιόδων, ουδέποτε οι επιχειρηματίες εκφράζουν την αισιοδοξία τους για το μέλλον των εταιρειών τους, ουδέποτε είναι σε θέση να χαμογελάσουν γιατί η αναπτυξιακή πορεία της χώρας είναι θετική, η κατανάλωση αυξάνεται και οι πολίτες βλέπουν φως στο τούνελ.
Οι απαντήσεις τους, και στη σημερινή έρευνα της «Ημερησίας» είναι ίδιες. Απευθύνουν έκκληση στην εκάστοτε κυβέρνηση, αγωνιούν για τις δουλειές που έστησαν με κόπο, ανησυχούν για το αν θα μπορέσουν να κρατήσουν όρθια την επιχείρησή τους και τις θέσεις εργασίας. Και κυρίως, για το αν θα μπορέσουν να λειτουργήσουν και να αναπτυχθούν περαιτέρω συμβάλλοντας στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας.
Υπάρχει μια παγιωμένη... αριστερή αντίληψη που λέει ότι το κεφάλαιο θέλει συνέχεια να κερδίζει, απαιτεί διαρκώς αλλαγές από την κυβέρνηση προς όφελός του, ουδόλως ενδιαφέρεται για τους εργαζόμενους και λειτουργεί παρασιτικά.
Σίγουρα υπάρχουν και «ραντιέρηδες» που τους νοιάζει μόνο το χρήμα, όμως, η συντριπτική πλειοψηφία των ελληνικών επιχειρήσεων έχει σχέδιο, όραμα, αναπτυξιακή διάσταση. Και πρέπει να βοηθηθούν ώστε κι αυτοί με τη σειρά τους να βοηθήσουν στην ενίσχυση της απασχόλησης και την οικονομία γενικότερα.
Στην παρούσα χρονική στιγμή, με την επιχειρηματικότητα, όπως και όλους τους πολίτες, σε μέγγενη διαρκείας οκτώ ετών, πρέπει να υπάρξουν ευέλικτες πολιτικές, κινήσεις που θα άρουν τα αδιέξοδα και θα βοηθήσουν τις εταιρείες να ανακάμψουν.
Κυρίως εκείνες που δεν εκμεταλλεύτηκαν την κρίση για να σταματήσουν να πληρώνουν δάνεια και χρέη στο Δημόσιο.
Πάνω από 1 εκατ. εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα πληρώνονται με καθυστέρηση από έναν έως πολλούς μήνες. Η έλλειψη ρευστότητας στην αγορά είναι εμφανής, καθώς οι τράπεζες έχουν κλείσει τις στρόφιγγες, ενώ οι χρηματοδοτικές ανάγκες αυξάνονται λόγω νέων φόρων και εισφορών. Μήπως, λοιπόν, έφτασε η ώρα για μια γενναία οικονομική πολιτική που δεν θα κοιτάζει τι έγινε στο μέλλον, αλλά θα παίρνει παραδείγματα όπως η Κύπρος και η Ιρλανδία;
Η μείωση των φορολογικών συντελεστών στις επιχειρήσεις, τα κίνητρα για προσλήψεις προσωπικού, η σύνδεση των εταιρειών με τα πανεπιστήμια και τους χώρους έρευνας, μια πιο ξεκάθαρη πολιτική των τραπεζών στο θέμα των κόκκινων δανείων, θα συμβάλουν στην επιχειρηματική ανάταση. Ειδικά στην περίπτωση των υπερχρεωμένων επιχειρήσεων οι οποίες, ωστόσο, έχουν μεγάλες προοπτικές ανάπτυξης, είναι δηλαδή βιώσιμες, πρέπει να υπάρξει νέα αντιμετώπιση. Όχι εκείνες που εντάχθηκαν στο? κίνηση «δεν πληρώνω», κατ’ επιλογήν. Αλλά όσες χτυπήθηκαν από την κρίση και προσπαθούν με νύχια και με δόντια να κρατήσουν όρθιες τις εταιρείες τους και τους εργαζόμενους.
Ηρθε η ώρα το κράτος να αποφασίσει ότι χωρίς ισχυρή επιχειρηματικότητα θα «σέρνεται» επί πολλά χρόνια σε έναν φαύλο κύκλο ύφεσης, ανεργίας, χαμηλών μισθών.