Εδώ και χρόνια, συζητάμε για τη στρέβλωση, που προκύπτει, από το ισχύον σύστημα ασφάλισης των ελεύθερων επαγγελματιών. Δηλαδή, από το γεγονός ότι οι εισφορές καταβάλλονται με βάση τα χρόνια, που ο ασφαλισμένος έχει στο ταμείο.
Άλλωστε, και οι ίδιοι οι ελεύθεροι επαγγελματίες ζητούσαν να αλλάξει αυτό και οι εισφορές τους να υπολογίζονται ανάλογα και με το εισόδημά τους.
Προκύπτει, όμως, αυτό από τα όσα προωθεί η κυβέρνηση;
Όχι. Ο λόγος;
Διότι, από το ισχύον -και άδικο- σύστημα, η πρόταση της κυβέρνησης περνάει στο άλλο άκρο, αφού συνδέει μεν τις εισφορές και με τα καθαρά έσοδα του ασφαλισμένου, αλλά μόνο με αυτά και με τα γνωστά και πολύ υψηλά ποσοστά...
ποσοστά, που στην ουσία:
- Αποτελούν ένα νέο κεφαλικό φόρο, αφού εξαϋλώνουν στο τέλος της ημέρας τα όποια κέρδη,
Καθιστούν ακόμα πιο δύσκολη τη συνεπή εξυπηρέτηση και των υπολοίπων υποχρεώσεων των ασφαλισμένων (π.χ. δάνεια),
Τιμωρούν τους ειλικρινείς φορολογούμενους, που δηλώνουν τα εισοδήματά τους (και, ούτως ή άλλως, είναι αυτοί, που πληρώνουν το μάρμαρο όλα αυτά τα χρόνια).
Οι ελεύθεροι επαγγελματίες θα πρέπει να ασφαλίζονται ως εξής, με βάση και την πρόταση, που από την πρώτη στιγμή καταθέσαμε ως Οικονομικό Επιμελητήριο Ελλάδος, στην ηγεσία του υπουργείου Εργασίας:
Με ένα μεικτό τρόπο υπολογισμού των ασφαλιστικών εισφορών που να λαμβάνει υπόψη όχι μόνο τα χρόνια ασφάλισης (όπως ισχύει σήμερα), ούτε μόνο το εισόδημά τους (όπως καταγράφεται στο προτεινόμενο από την κυβέρνηση νομοσχέδιο), αλλά και τις δυο αυτές παραμέτρους.
Να διατηρηθεί ένα αυτόνομο ταμείο επιστημόνων - ελεύθερων επαγγελματιών, με στόχο στο ασφαλιστικό σύστημα να λειτουργούν τρία ταμεία, μαζί με αυτό των μισθωτών και των αγροτών.
Το σύνολο των φόρων και εισφορών, που καταβάλλουν οι ελεύθεροι επαγγελματίες, δεν θα πρέπει να ξεπερνά ένα συγκεκριμένο ποσοστό του καθαρού εισοδήματός τους (50%, στα υψηλά εισοδήματα και να μειώνεται αναλογικά με τα έσοδα), το οποίο τους διασφαλίζει την αποπληρωμή και των υπόλοιπων υποχρεώσεών τους, τη βιωσιμότητα της δραστηριότητάς τους, και την κάλυψη τουλάχιστον του ελάχιστου επιπέδου διαβίωσης.
Την απαλλαγή, για τα πέντε πρώτα χρόνια της δραστηριότητάς τους, των νέων ασφαλισμένων από την καταβολή εισφορών για τον κλάδο σύνταξης.
Η συγκεκριμένη κατηγορία επαγγελματιών έχει, άλλωστε, να αντιμετωπίσει την υψηλότατη φορολογία, που της έχει επιβληθεί, μέσω:
του φόρου εισοδήματος
του τέλους επιτηδεύματος
της ετήσιας εισφοράς αλληλεγγύης
της προκαταβολής φόρου στο 100%
Και, επειδή ακούω πολλούς να λένε ότι λογιστικά, αυτά στην ουσία συμψηφίζονται στο τέλος της ημέρας με την εφορία (μετά από ένα χρόνο), ποιος διαβεβαιώνει ότι όλοι αυτοί οι επιτηδευματίες θα έχουν αντέξει από όλα αυτά και θα συνεχίσουν να λειτουργούν την επιχείρησή τους μετά από έξι και δώδεκα μήνες;
Σε κάθε περίπτωση, πρέπει αφενός να προστατεύσουμε τα χαμηλά εισοδήματα και, αφετέρου, να μην τιμωρήσουμε όσους -μέσα σε αυτή τη δύσκολη συγκυρία- πάνε καλά, και, μάλιστα, δεν επιλέγουν την εύκολη λύση να αποκρύψουν τα κέρδη τους.