Η πιο εύκολη λύση για μια κυβέρνηση που καλείται να βρει χρήματα είναι να αυξήσει τα έσοδά της μέσω της επιβάρυνσης πολιτών και επιχειρήσεων.
Με νέους φόρους, έκτακτα «χαράτσια», έμμεση φορολόγηση, περικοπές μισθών και συντάξεων. Την τελευταία πενταετία η Ελλάδα έζησε πολλές τέτοιες «μεταρρυθμίσεις», ήτοι αποφάσεις που ελήφθησαν υπό την απειλή ενός πιστολιού στον κρόταφο και λόγω της ανικανότητας των πολιτικών να προχωρήσουν σε ριζική ανατροπή του οικονομικού μοντέλου.
Ετσι, έχει πλέον γίνει κτήμα στους πολίτες το περίφημο λαϊκό γνωμικό που λέει: «Οι φόροι και ο θάνατος θα υπάρχουν πάντα. Ο θάνατος όμως δεν γίνεται χειρότερος κάθε χρόνο».
Μακάβριο μεν, εύστοχο δε, σε μια χώρα που έχει να διηγείται χιλιάδες ιστορίες φορολογικής τρέλας. Είναι χαρακτηριστικό ότι μόλις από τον περασμένο Ιούλιο, μετά δηλαδή την υπογραφή του νέου Μνημονίου, έχουν νομοθετηθεί 32 φορολογικά μέτρα για είσπραξη 7,2 δισ. ευρώ.
Ωστόσο, παρά την αποτυχία της είσπραξης των φόρων που επιβάλλονται κάθε χρόνο, οι κυβερνήσεις επιμένουν να ζητούν από τους πολίτες να πληρώσουν ακόμη περισσότερα. Με τη φοροδοτική ικανότητα των Ελλήνων να έχει εξαντληθεί, πόθεν πηγάζεται η αισιοδοξία ότι αυτή τη φορά όλοι θα τρέξουν να πληρώσουν; Και ποιος είναι αυτός που διαβεβαιώνει το οικονομικό επιτελείο ότι θα εισπραχθούν 500 εκατ. ευρώ από την αύξηση του ανώτατου συντελεστή ΦΠΑ; Γιατί είναι πιο πιθανή η έκρηξη της φοροδιαφυγής, ειδικά στις υπηρεσίες (ταβέρνες, εστιατόρια κ.λπ.) και ακόμη πιθανότερη η μείωση της κατανάλωσης λόγω αύξησης στις τιμές των προϊόντων.
Ακόμη και η επιβολή ειδικού τέλους στις τραπεζικές συναλλαγές που έχει πέσει ξανά στο τραπέζι δεν μπορεί να κριθεί προτού εφαρμοστεί και εισπραχθούν τα πρώτα έσοδα.
Καθίσταται, λοιπόν, αμφίβολη και αυτή η προσπάθεια της κυβέρνησης να κλείσει το δημοσιονομικό κενό των επόμενων ετών ποντάροντας μόνο στους φόρους και στις περικοπές των συντάξεων. Χωρίς ανάπτυξη, χωρίς νέα κεφάλαια που θα πέσουν στην αγορά και θα δημιουργήσουν νέες θέσεις εργασίας και βεβαίως «υλικό» για να φορολογηθεί, η Ελλάδα απλά θα «σέρνεται» σε μια διαρκή στασιμότητα και ποτέ δεν θα κάνει το μεγάλο βήμα.
Μια χώρα, λοιπόν, με υπέρμετρο εξωτερικό χρέος, με ένα τεράστιο ιδιωτικό χρέος που ολοένα αυξάνεται και με φορολογούμενους και επιχειρήσεις να στενάζουν από την ασφυκτική λιτότητα, δεν έχει καμιά τύχη.
Η Ελλάδα χρειάζεται μια οικονομική «επανάσταση». Μεταρρυθμίσεις σε όλο το φάσμα της διοίκησης, ένα νέο μείγμα πολιτικής που θα διευκολύνει τις επενδύσεις, ένα κράτος που θα στέκεται δίπλα στις επιχειρήσεις και δεν θα τον θεωρεί οιωνεί εχθρό. Απαιτούνται επίσης δύσκολες, επώδυνες και με πολιτικό κόστος επιλογές στον τομέα του Δημοσίου.
Πάνω απ’ όλα απαιτείται πολιτική και οικονομική σταθερότητα και ηγέτες που θα μπορέσουν να βγάλουν τη χώρα από το τέλμα των τελευταίων ετών. Και φυσικά «εκπαιδευμένους» πολίτες, οι οποίοι θα κοιτάξουν το μακροπρόθεσμο στόχο και όχι το σήμερα.
Στην κατάσταση που βρίσκεται η Ελλάδα δεν υπάρχουν εύκολες συνταγές. Δυστυχώς, όποιος αναλάβει το βαρύ φορτίο της αλλαγής πορείας θα έχει «φορτωθεί» και τα λάθη του παρελθόντος. Ομως, είναι αδύνατο να συνεχίσει η χώρα στον κατηφορικό της δρόμο κι όταν άλλα κράτη ευημερούν. Κάποτε πρέπει να αντιληφθούν όλοι πως μια «εθνική προσπάθεια» θα δημιουργήσει τις βάσεις για μια διαφορετική, και σίγουρα πιο ελκυστική, χώρα.