Κάθε φορά που ανοίγει η συζήτηση για το ασφαλιστικό, ένα από τα θέματα που κυριαρχούν είναι τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης και σε ένα βαθμό όχι άδικα. Στη χώρα μας, είναι γνωστό, ότι για πολλά χρόνια υπήρχαν ιδιαίτερα ευνοϊκά ηλικιακά όρια, για ομάδες εργαζομένων κυρίως του ευρύτερου δημόσιου τομέα.
Ήταν επομένως απολύτως αναγκαίο να υπάρξει εξορθολογισμός και να αντιμετωπιστούν φαινόμενα και πελατειακές πρακτικές που είχαν οδηγήσει σε μεγάλες ανισότητες, με σοβαρή επιβάρυνση των ασφαλιστικών ταμείων.
Η πρώτη μεγάλη αλλαγή στον συγκεκριμένο τομέα έγινε με το νόμο 2084 του 1992, όταν θεσπίστηκαν ενιαία όρια ηλικίας συνταξιοδότησης, για τους εργαζόμενους που θα ασφαλίζονταν για πρώτη φορά μετά την 1/1/1993. Για τους μέχρι 31/12/1992 ασφαλισμένους υπήρξαν αυξήσεις στα αντίστοιχα όρια, χωρίς όμως να γεφυρωθούν οι μεγάλες διαφορές που είχαν δημιουργηθεί μεταξύ παλαιών και νέων ασφαλισμένων.
Αυτές οι διαφορές εξαλείφθηκαν, μέσα από ένα μεταβατικό στάδιο, την τριετία 2010-2012 με τις αλλαγές που περιλαμβάνονται στον ασφαλιστικό νόμο 3863 του 2010 και εφαρμόζονται από 1/1/2011. Μάλιστα στη συνέχεια και από 1/1/2013 θεσμοθετήθηκαν τα νέα γενικά ηλικιακά όρια από τα 65 στα 67 και από τα 60 στα 62, που αποτελούν από τα υψηλότερα μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών.
Υπάρχουν βέβαια εκκρεμότητες από το παρελθόν, με εργαζόμενους που είχαν θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα πριν το 2011 και ήταν αδύνατο νομικά και άδικο κοινωνικά να ανατραπούν. Υπάρχουν λοιπόν ομάδες ασφαλισμένων που έχουν τη δυνατότητα να συνταξιοδοτηθούν με μικρότερα από τα γενικά όρια και αυτοί αποτελούν το 6%-7% του συνολικού αριθμού των εργαζομένων.
Η πρακτική με την οποία αντιμετωπίστηκαν οι εργαζόμενοι αυτοί το 2010 και το 2012 όταν ψηφίστηκαν στη Βουλή διατάξεις για την αύξηση των ηλικιακών ορίων, δεν ήταν να γίνουν ανατροπές που θα οδηγούσαν σε μαζική έξοδο, αλλά η διασφάλιση ενός δικαιώματος που είχε αποκτηθεί για να ασκηθεί από τον εργαζόμενο, όποτε ο ίδιος θα το επέλεγε.
Αυτό θα έπρεπε να γίνει και σήμερα έτσι ώστε όσοι έχουν θεμελιωμένα ασφαλιστικά δικαιώματα να μη φεύγουν άρον ? άρον και επιβαρύνονται τα ταμεία, την ίδια στιγμή που αναζητούνται νέα μέτρα για τη συγκράτηση των δαπανών.
Μια δεύτερη παράμετρος που πρέπει να εξετάζεται, όταν σχεδιάζονται αυξήσεις στα όρια ηλικίας είναι αυτή των ώριμων δικαιωμάτων. Ενας εργαζόμενος που με βάση το υφιστάμενο καθεστώς επρόκειτο να συνταξιοδοτηθεί σε 1-2 χρόνια, δεν μπορεί να υφίσταται αλλαγές στις προϋποθέσεις συνταξιοδότησής του. Αυτό επιβάλλουν οι κανόνες δικαίου σε ένα ασφαλιστικό σύστημα αξιόπιστο.
Αυτή είναι σε γενικές γραμμές η πραγματικότητα σε σχέση με τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης και όσοι πιστεύουν ότι η παραπέρα αυστηροποίηση μπορεί να δώσει απάντηση στο μεγάλο πρόβλημα του ασφαλιστικού, απλά παραγνωρίζουν ότι οδεύουμε με τους ήδη ψηφισμένους νόμους και την εφαρμογή τους, σε ένα από τα πιο αυστηρά ευρωπαϊκά συστήματα στον συγκεκριμένο τομέα. Παραγνωρίζουν επίσης τα πραγματικά προβλήματα του ασφαλιστικού που συνδέονται πλέον σε απόλυτο βαθμό με τη βαθιά ύφεση και την έκρηξη της ανεργίας.
Αγνοούν οι διάφοροι θιασώτες των βίαιων ανατροπών, μεταξύ άλλων, ορισμένα βασικά πράγματα.
Τα πιο προβληματικά ταμεία στην Ελλάδα σήμερα, είναι δύο Ταμεία που δεν είχαν ποτέ καθεστώς πρόωρης συνταξιοδότησης και πρόκειται για τον ΟΑΕΕ και τον ΟΓΑ. Πώς να μην είναι προβληματικός ο Οργανισμός Ασφάλισης των Ελεύθερων Επαγγελματιών, όταν λόγω της ύφεσης και των τεράστιων οικονομικών προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι μικρομεσαίοι επιχειρηματίες, μόλις το 52% πληρώνει κάθε μήνα τις εισφορές του (από το 82% που ήταν το ποσοστό το 2008); Αντίστοιχο είναι και το πρόβλημα στον ΟΓΑ.
Είναι αρκετοί εκείνοι που στον δημόσιο διάλογο επιχειρηματολογούν για την ανάγκη δραστικών περικοπών στις συντάξεις και παραπέρα αυστηροποίηση των προϋποθέσεων χορήγησής τους. Παρουσιάζουν μάλιστα και παραδείγματα από άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως τη Γερμανία , τη Σουηδία, τη Γαλλία κ.λπ.
Αγνοούν όμως ότι ο Γερμανός ή ο Σουηδός εργάτης όταν μείνει άνεργος λαμβάνει επίδομα ανεργίας για όσο χρόνο χρειαστεί, μέχρι να βρεθεί εκ νέου εργασία ή να βγει στη σύνταξη και μάλιστα επίδομα που ξεπερνά τον μέσο μισθό του Ελληνα εργαζόμενου.
Αγνοούν το γεγονός ότι στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες υπάρχει ένα ισχυρό κοινωνικό κράτος που καλύπτει πολλές από τις βασικές ανάγκες των πολιτών και δεν περιμένουν να καλύψουν τις ανάγκες αυτές από μια πενιχρή πολλές φορές σύνταξη.
Δεν μπορούμε λοιπόν να αντιγράφουμε ό,τι μας βολεύει κάθε φορά από τις άλλες χώρες ούτε να αντιμετωπίζουμε τόσο επιφανειακά ένα τόσο μεγάλο θέμα, όπως είναι το ασφαλιστικό.