Επειτα από τους δραματικούς μήνες που έζησε η χώρα το 2015, ήρθε η υπογραφή της συμφωνίας με τους δανειστές το καλοκαίρι, προκειμένου να ηρεμήσει η κατάσταση.
Παρά τις καθυστερήσεις στην εφαρμογή του προγράμματος, από τον Αύγουστο και μετά η οικονομία είχε μπει σε μια σταθερή πορεία. Το κυριότερο, είχε φύγει η πίεση ενός πιθανού Grexit, είχε απομακρυνθεί ο κίνδυνος νέας εμπλοκής με τους δανειστές και η κυβέρνηση είχε κερδίσει χρόνο, ώστε να παρουσιάσει ένα πειστικό σχέδιο δημοσιονομικής προσαρμογής αλλά και επίλυσης του Ασφαλιστικού.
Δυστυχώς, έχουν περάσει τέσσερις μήνες από τις εκλογές και ακόμη η συζήτηση περιστρέφεται γύρω από τις αλλαγές που πρέπει να γίνουν σε ένα σύστημα το οποίο ουσιαστικά έχει καταρρεύσει. Χάθηκε πολύτιμος χρόνος, οι Θεσμοί αποδείχθηκαν ξανά σκληροί, ο υπουργός Εργασίας κ. Κατρούγκαλος αναλώθηκε σε συζητήσεις με επιτροπές και σε πορίσματα «Σοφών» πριν παραδώσει μια πρόταση, η οποία είναι πέρα ως πέρα λανθασμένη.
Ετσι, ενώ θα έπρεπε να έχει κλείσει το θέμα του Ασφαλιστικού, δίνονται συνεχώς παρατάσεις, αυξάνεται το δημοσιονομικό κόστος, επιδεινώνονται οι σχέσεις με τους δανειστές και η κοινωνία βράζει. Η κυβέρνηση έκανε το λάθος να μην περάσει τις αλλαγές που πρέπει να γίνουν, μετά τις εκλογές, όταν και είχε τη δύναμη, τις αντοχές, την πρωτοβουλία των κινήσεων.
Τώρα, υπό το βάρος των δυναμικών αντιδράσεων μεγάλης μερίδας της κοινωνίας και με τους Θεσμούς να εγείρουν νέες σκληρές απαιτήσεις, φαίνεται η χώρα να γυρίζει στο 2015. Οταν οι φόβοι για την οικονομία ήταν καθημερινοί, οι τράπεζες ζούσαν ένα συνεχόμενο εφιάλτη, το Χρηματιστήριο «βούλιαζε» και η απαισιοδοξία των πολιτών είχε φτάσει στο ζενίθ.
Το σκηνικό της επιστροφής σε μια δραματική για την Ελλάδα περίοδο ενισχύεται και από διάφορα σενάρια για νέες εκλογές εντός του έτους, με αφορμή τη συζήτηση που άνοιξε για τον εκλογικό νόμο.
Ομως, η κυβέρνηση ειδικά, και το πολιτικό σύστημα γενικότερα, θα πρέπει να αναρωτηθούν ένα και μοναδικό: Εχει η χώρα άλλες αντοχές για να ξεπεράσει ένα ακόμη κύκλο αβεβαιότητας και αναταραχής;