Η τρόικα θα πρέπει να διέπεται από δημοκρατική λογοδοσία, σαφείς κανόνες υπευθυνότητας, να δίνει μεγαλύτερη έμφαση στις κοινωνικές επιπτώσεις των μέτρων που επιβάλλει και να έχει την ευελιξία να τροποποιεί τις πολιτικές της όταν αυτές αποδεικνύονται ακατάλληλες.
Αυτά είναι ορισμένα από τα βασικά συμπεράσματα στα οποία κατέληξε η συζήτηση στην Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων της Ευρωβουλής με αντικείμενο τον ρόλο της τρόικας στις μνημονιακές χώρες. Αντιπροσωπεία της διερευνητικής επιτροπής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που εξετάζει το θέμα έχει ήδη μεταβεί στη Λισαβόνα και τη Λευκωσία, από χθες βρίσκεται στο Δουβλίνο, ενώ στις 29-30 Ιανουαρίου θα βρεθεί στην Αθήνα. Η τελική έκθεση της επιτροπής πρόκειται να εγκριθεί από την Ολομέλεια της Ευρωβουλής τον Απρίλιο. Ο ένας εκ των δύο εισηγητών Οτμαρ Κάρας (Αυστρία, ΕΛΚ) υπογράμμισε την απροετοιμασία στην οποία βρέθηκε η Ε.Ε. όταν εκδηλώθηκε η κρίση, αλλά και την έλλειψη μέσων και εμπειρίας που χαρακτήρισαν την αντιμετώπιση των αδύναμων κρίκων. «Μπορεί να μην υπήρχε εναλλακτική λύση στην τρόικα τότε, αλλά τώρα διαθέτουμε τους πόρους και τους μηχανισμούς για να ελέγχουμε τους εθνικούς προϋπολογισμούς και για τον λόγο αυτό το όλο σύστημα θα πρέπει να τεθεί υπό κανονικές διαδικασίες της Ε.Ε.», υποστήριξε.
Από την πλευρά του, ο άλλος εισηγητής Λιεμ Χόανγκ Νγκόγκ (Γαλλία, ΕΣΚ) τόνισε ότι θα πρέπει να ενισχυθεί ο ρόλος του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας και να αναβαθμιστούν οι αρμοδιότητες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, κυρίως σε ό,τι αφορά τους όρους που επιβάλλονται στις μνημονιακές χώρες, προκειμένου να λάβουν οικονομική στήριξη. Σύμφωνα με τον Γάλλο ευρωβουλευτή, οι διαμάχες μεταξύ της Κομισιόν και του ΔΝΤ για τη επιβολή δημοσιονομικής σταθεροποίησης ή εσωτερικής υποτίμησης οδήγησαν τελικά στο να εφαρμοστούν και οι δύο με καταστροφικές συνέπειες.
Οι θέσεις των δύο εισηγητών έτυχαν θετικής αποδοχής από πολλούς ευρωβουλευτές, με τον Φιλίπ Λάμπερτς (Βέλγιο, Πράσινοι) να προτείνει η σχετική εντολή προς την Επιτροπή για τη σύναψη Μνημονίου να δίνεται από το ίδιο το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το οποίο θα πρέπει να έχει την ευχέρεια επανεξέτασης και διόρθωσης του οδικού χάρτη που αποφασίζεται, όταν κρίνεται αναγκαίο. Οι ευρωβουλευτές επέκριναν ιδιαίτερα την έλλειψη ανάληψης ευθυνών από τα όργανα που απαρτίζουν την τρόικα. O Oλε Σμίντ (Σουηδία, Φιλελεύθερος) δήλωσε ότι είναι απογοητευτικό ότι κανείς από τους υπευθύνους δεν δηλώνει «mea culpa» για τα όσα συνέβησαν, ενώ πολλοί τόνισαν την έλλειψη δημοκρατικής λειτουργίας και διαφάνειας της τρόικας. Ορισμένα μέλη της Επιτροπής επέκριναν ακόμη την ευκολία και την προχειρότητα με την οποία αξιωματούχοι της τρόικας κατηγόρησαν κυβερνήσεις, απαλλάσσοντας ορισμένες ιδιωτικές επιχειρήσεις που έχουν όμως μεγάλο μερίδιο ευθύνης στο να βυθιστεί σε κρίση η Ε.Ε. Οι ευρωβουλευτές κατηγόρησαν επίσης την τρόικα για την αδυναμία της να διορθώσει τις συστάσεις που είχε απευθύνει, παρά το γεγονός ότι είχαν αποδειχθεί ακατάλληλες και επιζήμιες. Το εναλλακτικό μοντέλο που θα πρέπει να δρομολογηθεί, θα πρέπει να βασίζεται όχι μόνο στη λιτότητα, αλλά και στις κοινωνικές διαστάσεις, υποστήριξαν οι ευρωβουλευτές, ώστε να μην επιβαρύνονται μόνο οι πολίτες, όπως τόνισε η Μαρίζα Ματίας (Πορτογαλία, Ευρωπαϊκή Ενωτική Αριστερά).